Το ακαδημαϊκό (μαθησιακό) περιβάλλον αποτελεί, συχνά, το πεδίο όπου πρωτοεμφανίζονται οι μαθησιακές δυσκολίες που ενδέχεται να αντιμετωπίζει ένα άτομο. Συνήθως, παρατηρούνται προβλήματα σε μία ή σε περισσότερες από τις βασικές γνωστικές περιοχές:
Μαθηματικά, Γλώσσα, Γνωστική ανάπτυξη, Βραχυπρόθεσμη και Μακροπρόθεσμη Μνήμη, Προσοχή, Συγκέντρωση, Οργανωτικότητα και Ικανότητα στη λεπτή κίνηση, στην οποία ενδέχεται να παρουσιαστεί διαταραχή, άλλως γνωστή ως δυσπραξία ή κιναισθητικό πρόβλημα.
Σε γενικές γραμμές, ένα άτομο με μαθησιακές δυσκολίες αντιμετωπίζει προβλήματα: α) στην αναγνώριση, β) στη συγκέντρωση, γ) στην οργάνωση, δ) στον χειρισμό και ε) στην πρακτική εφαρμογή λεκτικών ή μη λεκτικών πληροφοριών.
Το τεστ Μαθησιακών Ικανοτήτων είναι βασισμένο σε μια πρωτοποριακή θεωρία σχετικά με την αξιολόγηση των γνωσιακών ικανοτήτων με τη χρήση του χωροχρονικού και του διαγραμματικού συλλογισμού, υπερβαίνοντας τη θεωρία των Cattell-Horn-Carroll που περιγράφει τις γνωστικές ικανότητες καθώς και τις κλίμακες Wechsler, οι οποίες αναπτύχθηκαν γύρω από την παραδοσιακή θεωρητική προσέγγιση που αφορά τις γλωσσικές και τις μαθηματικές ικανότητες.
Το εν λόγω τεστ εντοπίζει τα συγκεκριμένα πεδία σκέψης, όπου το υποκείμενο παρουσιάζει μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα στην αφομοίωση νέων πληροφοριών χωρίς προηγούμενη εμπειρία ή χωρίς τον ανάλογο συλλογισμό.
Εφόσον αξιολογήσουμε την ικανότητα του ατόμου να κατανοεί και να αφομοιώνει γρήγορα νέες πληροφορίες, θα είμαστε σε θέση να προβλέψουμε κατά πόσο εκείνο ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στην εκπαιδευτική διαδικασία.